Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2005

Η Αψίδα του Έρωτα

επαναλαμβανόμενα σε ίσες αποστάσεις, σώματα που αγκαλιάζονται
γυμνά
φιλιά
χάδια
πόθοι
έλξεις
δημιουργούν την αψίδα, απ’ όπου θριαμβευτής θα εισέλθει ο έρωτας

Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2005

Η Αιόλου, μια μπάντα και μια φιλία

Μου είπε όχι.
Χαμήλωσα το βλέμμα μου και έκανα μια μεγάλη βόλτα με τα πόδια.
Περνώντας απ’ το δρόμο των λευκών ειδών, την Αιόλου,
θυμήθηκα μια πλανόδια μπάντα αλλοδαπών, πριν χρόνια,
που είχα συναντήσει εδώ.
Η βροντερή φωνή του τραγουδιστή τους με το θεατρίνικο κόκκινο σακάκι
και το παιχνιδιάρικα θορυβώδες παίξιμο των οργάνων τους
σε κλασικά τραγούδια αγάπης,
είναι ακόμα στο μυαλό μου σαν μια πολύ όμορφη εντύπωση.
Σ’ εκείνο ακριβώς το σημείο που τους είχα δει μόνος μου,
μετά από καιρό βρέθηκα να περπατάω μαζί της.
Ξαφνικά θυμήθηκε ότι μια φίλη της,
που είχαν κόψει από χρόνια κάθε επαφή,
δούλευε σ’ ένα απ’ τα καταστήματα των λευκών ειδών.
Μπήκε μέσα και ρώτησε αν εξακολουθεί να δουλεύει εκεί.
Τώρα ούτε η μπάντα ακούγεται ούτε αυτή.
Μόνο η Αιόλου υπάρχει με τα καταστήματά της των λευκών ειδών.
Όχι, της είχαν πει.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 02, 2005

Απογαλακτισμός

Το σώμα του έπεσε στο κάθισμα του λεωφορείου, ανάμεσα από μια έγκυος, νέα γυναίκα και έναν μεγάλης ηλικίας άνδρα. Αισθάνθηκε αφόρητη πίεση στα πλαϊνά μέρη του σώματός του, παρ’ όλο που δεν τον άγγιζαν τα σώματα της εγκύου και του ηλικιωμένου. Σαν ένα άγχος να τους στεφάνωνε αγγελικά και να περιέρρεε με διαβολικό τρόπο απ’ τα σώματα αυτά. Το άγχος της έναρξης μιας ζωής και το άγχος του τέλους μιας άλλης. Ένιωθε το σώμα του να ιδροκοπάει και ταυτόχρονα να αδυνατίζει δραματικά. Τα μάγουλά του βάθυναν προς τα μέσα συναντώντας τα κόκαλα του προσώπου, οι βολβοί των ματιών αναρροφήθηκαν σιγά σιγά και στο τέλος εξαφανίσθηκαν. Το κρέας του τυλίχτηκε γύρω απ’ τα κόκαλά του, που συνειδητοποίησε ότι ήταν σπασμένα γιατί η σάρκα του χυνόταν σαν μητρικό πηχτό γάλα στο δάπεδο και στο κάθισμα του λεωφορείου. Παρά τον πόνο, απ’ τα αποσυνδεδεμένα μεταξύ τους κόκαλα και το περιδινούμενο άγχος ανάμεσα στους πόλους Αρχή και Τέλος που τον συνέθλιβε, αποφάσισε να χαμογελάσει στην γυναίκα για τη νέα ζωή που εγκυμονεί και στον ηλικιωμένο για τη ζωή που έζησε, μα ξαφνικά σκέφτηκε: « η μαμά μου θα με περιμένει κι έχω αργήσει», και το χαμόγελό του πήρε την έκφραση μιας νεκρικής μάσκας. Ευγενέστατοι και οι δύο του ανταπόδωσαν το χαμόγελο με την ίδια ακριβώς έκφραση. Και έτσι, ως νεογέννητος, αναζήτησε στήθη, φούσκωσε τα μαγουλά του με μητρικό γάλα, έγλυψε αυτάρεσκα τα χείλη του με τη γλώσσα του, άναψε τσιγάρο και ανέβηκε στην ταράτσα να πηδήξει από εκεί μπροστά απ’ ένα λεωφορείο.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2005

αιμόπτυση

Image Hosted by ImageShack.us
η αιχμηρή άκρη ενός εγκλωβισμού τρυπάει τη γλώσσα μου και αγκιστρώνεται βαθιά,
σκεπάζω επιμελώς με το σάλιο μου το αίμα που τρέχει, στα χείλη μου,
κατεβαίνει απ’ το σαγόνι μου, στάζει στο μπεζ φρεσκοπλυμένο και καλοσιδερωμένο πουκάμισό μου,
δημιουργώντας αναπότρεπτες κηλίδες τις οποίες χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλά μου τα οποία ύστερα γλύφω
και όπως τα γλύφω αρθρώνω, στην αρχή, λέξεις, ύστερα προτάσεις ολόκληρες, και αργότερα θεωρίες συμπαντικές,
ουσιαστικά όμως φτύνω, φτύνω με το δάχτυλο στο στόμα, αίμα και σάλιο,αιμόπτυση

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2005

μονοφωνικές κραυγές

απόμακρα ξεκινάει από το μπρός αριστερό ηχείο
ύστερα για λίγο μόνη της μετακομίζει στο δεξί
ενώ ταυτόχρονα δυναμώνει,
πηγαινοέρχονται απ’ το κύριο δεξί στο κύριο αριστερό
εκκωφαντικά πλέον,
παράλληλα το subwoofer
δονεί τη πόρτα

το σύγχρονό μου πεντακάναλο
οικιακό ηχοσύστημα με ντιβιντι
αναπαράγει ποιοτικά
κραυγές
που είναι
παλιές,
μονοφωνικές.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2005

τρέχει

Κοφτοί,
εναγώνιοι δρασκελισμοί,
τα μαλλιά ανεμίζουν
μπροστά απ’ το πρόσωπο,
το σώμα τραντάζεται
ολόκληρο,
κάθε πάτημα γίνεται χώρος,
τρέχει,
γι’ άγνωστους χρόνους,
τρέχει,
συνεχώς μπροστά τρέχει,
και το μυαλό τρέχει,
συνεχώς πίσω τρέχει..

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2005

backwards

το σπέρμα
φεύγει από κει που είχε χυθεί
και επιστρέφει πίσω
στην αρχική του θέση,
στα παρασυρμένα,
από κύματα ηδονής,
πρόσωπα,
επέρχονται εκφράσεις
αγωνιώδους προσπάθειας,
ντύνονται σα να γδύνονται,
τα στόματα έρχονται σε επαφή
σα να απομακρύνονται,
μιλάνε αγκαλιασμένοι
και φεύγουν,
σα να έρχονται,
απ’ την ίδια δίφυλλη πόρτα
ενός ξενοδοχείου
χωριστά,
σαν μαζί.

backwards
ερωτικής σκηνής

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2005

γυμνό

(αντιγραφή μέρους έργου του Γκούσταβ Κλίμτ από φίλη)


Γυμνές σκέψεις,
γυμνές φωνές,
γυμνά γέλια,
γυμνές επιθυμίες
γυμνά κορμιά,
τατουάζ
που βρέχονται.
Μπάνιο τροφίμων
σωφρονιστικού
καταστήματος ανηλίκων.
Εντελώς γυμνό.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 11, 2005

ολοκληρωτική κατάληψη

διεισδύει διακριτικά,
μαζί με τον ήλιο,
απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα,
κινείται ανεπαίσθητα δίπλα σου
όπως φτιάχνεις το καφέ,
χαϊδεύει απαλά το νου,
όταν τον πίνεις,
μπαίνει μέσα σου γλυκά,
μαζί με το καπνό του τσιγάρου,
κάνει ολοκληρωτική κατάληψη,
η αίσθηση που συνεχώς
νομίζεις ότι κάτι σου διαφεύγει

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 08, 2005

το σύντομο ιστορικό μιας σύλληψης


Σήμερα είδα αστυνομικούς να φοράνε χειροπέδες σε τρία νέα
παιδιά. Για τον ένα μάλιστα χρειάστηκε να τρέξουν λίγο για
να τον πιάσουν. Έκοψα ταχύτητα στο αυτοκίνητο για να
παρατηρήσω πιο καλά. Δεν μπορούσα φυσικά να σταματήσω,
άλλωστε μου ήταν άγνωστα πρόσωπα και το πιθανότερο
αλλοδαποί. Έφτασα σπίτι. Έφαγα, κάπνισα ένα τσιγάρο,
είδα τα e-mails μου, αντάλλαξα κάποια μηνύματα στο κινητό
ακούγοντας τη μουσική που μ’ αρέσει και ύστερα ξάπλωσα.
Ενώ στον ίδιο ακριβώς χρόνο που εγώ έκανα αυτά,
οι συλληφθέντες,
πιθανολογώ
– με μάλλον μεγάλη ακρίβεια-
ότι
χαστουκίζονται,
με χειροπέδες πάντα
περασμένες,
έρμαια
στα χέρια άλλων
- δεν μπορούν
ν’ ακούσουν μουσική-
ρωτούνται
-δεν μπορούν
να ανταλλάξουν μηνύματα
στο κινητό-
συνεχώς
για όλες
τις
κλοπές
-τα χέρια τους
είναι δεμένα-
της ευρύτερης περιοχής
και τη σχέση τους μ’ αυτές,
ξαναχαστουκίζονται
και
κλείνονται
σ’ ένα κελί,
- τα μάτια τους
είναι δεμένα-
επανειλημμένα συλλαμβάνονται,
επανειλημμένα κλείνονται σε κελί,
επανειλημμένα την ίδια ώρα που,
χα χα χα
ελεύθερος εγώ,
ξυπνάω,
πάω για δουλειά
και εξιστορώ σε αποχαυνωμένους συνάδελφους
το σύντομο ιστορικό
μιας σύλληψης
κι αυτοί χειροκροτούν
με χα χα χα
ελεύθερα χέρια την αστυνομία.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 07, 2005

βία

Μου είπε με παράπονο :
«αφού μου το υποσχέθηκες....»
Mπορεί και με κάνει κουρέλι.
Δεν σηκώνω πια το τηλέφωνο.
Δεν θέλω να μιλήσω με κανένα.
Ούτε να ακούσω κανένα.
Oι δίοδοι της επικοινωνίας έχουν κοπεί.
Τις τραβήξαμε αριστερά, τις τραβήξαμε δεξιά,
στην αρχή σιγά, ύστερα βίαια.
Έπεσαν σαν χάρτινος πύργος.
Τώρα κλεισμένοι στους εαυτούς μας,
σα να μη γνωριστήκαμε ποτέ,
κι’ ας εμπιστευθήκαμε ο ένας στον άλλο
τα πιο μύχια συναισθήματά του,
τις πιο κρυφές του σκέψεις
τώρα ξέρω ότι κλαίει....
....κλαίει βουβά,
μόνο τα δάκρυα το προδίδουν
Θα έρθει ξανά, τώρα πια όμως μόνο στον ύπνο μου,
εκεί ανάμεσα από πύρινες λόγχες που εκτοξεύονται,
δίπλα σε σάρκες που ξεσκίζονται από καυτό ατσάλι,
πίσω από δάκρυα πόνου,
μπροστά από απίστευτη βία,
και θα μου πει με παράπονο:
«αφού μου το υποσχέθηκες...»
και πάλι θα γίνω κουρέλι.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2005

κούκλες

Περπατάω. Μ΄ αρέσει να περπατάω το βράδυ.
Τώρα τελευταία έχουν βάλει φώτα μέσα στο
πευκοφυτεμένο διαχωριστικό διάζωμα
της λεωφόρου και είναι όμορφα.
Oι άνθρωποι γύρω μου, ως συνήθως, βιάζονται
κι’ αδιαφορούν για τις πανέμορφες νέον επιγραφές
πάνω από βιτρίνες με ντυμένες κούκλες.
Δυο απ’ αυτές βγαίνουν απ’ τη βιτρίνα
και για λίγο, ως που να βγουν έξω,
ένα μπλε νέον Levi’s τους χαράζει τα κορμιά,
κι’ ύστερα ανακατεύονται με τον κόσμο.
Είναι μια γυναίκα κι’ ένας άνδρας,
με τέλεια ψηλά σώματα,
ιδανικές αναλογίες κι’ ωραία μαλλιά,
που φοράνε κάτι καταπληκτικά ρούχα,
πιασμένοι αγκαζέ και περπατάνε λίγο περίεργα,
δύσκαμπτα, θα έλεγα..
Ίσως να φταίει η χρόνια ακινησία, σκέφτομαι
και υποθέτω ότι οι αρθρώσεις τους δεν θα μπορούν
να ανταποκριθούν στις κινήσεις, ας πούμε, ενός χορού..
Δεν μιλάνε, ίσως δεν μπορούν έτσι όπως συνήθισαν στη σιωπή.
Κάποιοι τους προσέχουν και τους σχολιάζουν,
αυτοί κανέναν δεν κοιτάζουν, επειδή ίσως έτσι τους έμαθαν.
Τα πρόσωπά τους έχουν μια όψη κάπως ωχρή,
πιθανό αποτέλεσμα της χρόνιας έκθεσης,
και μάλλον, χωρίς να μπορώ να πάρω όρκο γι’ αυτό,
είναι χαμογελαστά,
ή μήπως είναι λυπημένα;

οπτικό πεδίο


Ένα αγόρι κι’ ένα κορίτσι, στο βάθος,
λικνίζονται καπνίζοντας,
στο ρυθμό μιας μονότονα επαναλαμβανόμενης μουσικής.
Μερικά βήματα πριν,
ένας άντρας μιλάει στο αυτί ενός άλλου που γελάει.
Μια κοπέλα με ένα δίσκο στο χέρι, γεμάτο ποτήρια,
μου τους κρύβει για δευτερόλεπτα.
Λίγο πιο δεξιά και πιο κοντά μου,
μια μεσήλικη γυναίκα κοιτάζει τα χείλη
που ανοιγοκλείνουν ενός άντρα.
Στο διπλανό σκαμπό, αριστερά μου, η πλάτη κάποιου.
Δεν βλέπω το πρόσωπό του,
αλλά φοράει ένα πολύ ωραίο πουκάμισο
με πράσινες κυματιστές γραμμές.
Και αμέσως πριν είμαι εγώ αλλά είμαι εκτός του οπτικού μου πεδίου.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 05, 2005

παράσταση

Το σενάριο (της Ζωής) απλό: έρωτας.
Εγώ σκηνοθέτης
(διανέμω άλλη μια φορά
τους κυρίως ρόλους και τους δευτερεύοντες)
και μουσικός,
(γράφω μουσική της προσμονής.)
αλλά και ξυλουργός
(καρφώνω πρόκες
σε σκηνικά με ουρανό ζωγραφισμένα)
ακόμα και ηλεκτρολόγος,
(φροντίζω τη σωστή γωνία
των προβολέων)
Τα πρόσωπα έχουν ανακληθεί στη μνήμη,
οι θεατές στη θέση τους.
Η παράσταση ξεκινάει.
(συνήθως όταν βραδιάζει
και νιώθω μόνος)

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2005

κλέφτης, πιάστε τον

Αλαφιασμένος
πηδάει μάντρες,
στρίβει
σε άγνωστα στενά
πέφτει πάνω
σε αυτοκίνητα
που φρενάρουν απότομα,
σπρώχνει
με απελπισμένη δύναμη
όποιον προσπαθεί
να μπει μπροστά του
κι αυτή η υστερική κραυγή στον αέρα
μου σκίζει τη καρδιά:
κλέφτης, πιάστε τον

Επιστροφή


Ξεπηδά μέσα απ’ τα μάτια μου,
απ’ τ’ αριστερό η όψη,
απ’ το δεξί η καρδιά της,
ανεμίζει τα ξέπλεκα μαλλιά της,
σημαία ανεξαρτησίας,
αυθύπαρκτη συνισταμένη
όλων των ερώτων,
ιδανική συγχώνευση
όλων των συντρόφων.
Ο τέλειος έρωτας.

Την αρχική χαρά της ελευθερίας
όμως διαδέχεται στιγμιαία αμηχανία
που στη συνέχεια μετατρέπεται
σε μόνιμο φόβο.
Τέλος, πανικοβλημένη επιστρέφει πίσω.
Κάθε φορά που δραπετεύει το ίδιο γίνεται.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 03, 2005

η ρούμπα της Βαρκελώνης

(ιδέα απο το τραγούδι του Manu Chao, Rumba De Barcellona)

Μερικές φορές,
θέλω να χορέψω μια τρελή ρούμπα
με σπανιόλικες ξέφρενες κιθάρες.

Στο απότομο λίκνισμά μου,
ν’ αφήνω
δεξιά μου μαύρο,
αριστερά μου κόκκινο,
σαν εκείνη τη σημαία
π’ ανέμιζε
στη Βαρκελώνη
Ιούλη του ΄36.

Μερικές φορές,
θέλω να χορέψω μια τρελή ρούμπα
με σπανιόλικες ξέφρενες κιθάρες.

Στο απότομο λίκνισμά μου,
ν’ αφήνω
δεξιά μου τη ζωή,
αριστερά μου την αγάπη,
σαν εκείνη τη σημαία
π’ ανέμιζε
στη Βαρκελώνη
Ιούλη του ΄36.

Μερικές φορές,
χορεύοντας μια τρελή ρούμπα
με σπανιόλικες ξέφρενες κιθάρες
θέλω να κάψω ότι καίει τη ζωή,
βιτρίνες, φυλακές, ψυχιατρεία
και να ουρλιάξω είμαστε εδώ ακόμα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 02, 2005

ανφάς, προφίλ


το "σ' αγαπώ"
καμπυλώνει πυκνό - σαν φρύδι-
πάνω από ένα κυκλικό,
φωτεινό "καρδιά μου"- σαν μάτι-
το "σε θέλω" σχηματίζει γωνία, γαμψή - σαν μύτη-
πάνω από ένα "για πάντα", καμπυλό, σαρκώδες
και αντίστροφα, από κάτω επαναλαμβανόμενο -σαν χείλη-
μιξάρω την επιθυμία μου
ανφάς,
στη μουσική της μορφής σου,
προφίλ.

απορροφητικό κουτί

(η αφίσα της ταινίας "Ταξιτζής")

Τα κορμιά αφήνονται
σε ερωτικό παιχνίδι.
Τυλίγονται με εξερευνητικά χάδια,
υπό το κινούμενο φως της τηλεόρασης,
ηδονές αναβλύζουν απ’ τα έγκατα των σαρκών
υγραίνοντας τους πόρους του δέρματος,
λόγια αγάπης, ανακατεμένα
με ήχους τηλεοπτικών αγορών,
περιστρεφόμενες δίνες τα σώματα
ενώνονται,
πάνω στο τραπέζι των ειδήσεων των εννέα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2005

«Μη τον ρωτάς τον Ουρανό». Ποτέ.


Μια μελωδία, ιπτάμενο χαλί,
με παίρνει βόλτα στο φεγγάρι,
με τ' άστρα συναθροίζομαι,
χαριεντίζομαι,
από παντού δέσμες φωτός,
διασταυρώνονται πάνω μου,
και με λούζουν με το προϊστορικό τους φως,
διαπερνούν τη καρδιά μου,
υλοποιούν τη ψυχή μου,
σε αστρικό σχήμα
και την εξαγνίζουν.

Που είναι τώρα η αγάπη,
που έμαθα να ορκίζομαι,
να γίνω φως της,
ρώτησα ένα απ' τ’ άστρα στο αυτί.

Και σαν μαλακτικό ψυχής
ένα πιάνο πίσω απ’ τ’ άστρα παίζει:
«μη τον ρωτάς τον ουρανό»
Κι' αυτό μου τραγουδάει ψιθυριστά:
Ποτέ.

πότε πετώ, πότε πατώ


στροφές κλειστές
ανοιχτές στροφές
νύχτα βροχερή
κι όμως λαμπερή
κι αυτή εκεί
κανένας εκεί

δένδρα δεξιά
γκρεμός αριστερά
λείπει αυτή
μορφή φωτεινή
λείπω κι εγώ
πλάση σκοτεινή

σαν φάντασμα γυρνώ
ίσα που οι ρόδες μου
αγγίζουν το δρόμο
πότε πετώ, πότε πατώ

Κεραυνοβόλος έρωτας


Και τα μάτια μας είναι ορθάνοιχτα, όμως το βλέμμα μας
διαπερνά το οπτικό πεδίο και χάνεται στο άπειρο.
Και έχουμε δει τόσα και τόσα
πράγματα χώρια.
Και τα στοματά μας είναι
ανοιχτά χωρίς όμως να μπορούν να αρθρώσουν
την παραμικρή λέξη.
Και έχουμε τόσα πολλά να πούμε
για τα χρόνια που δεν είμαστε μαζί.
Και μόνο ενώνουμε τα σώματά μας σαν αυτό να είναι
η γεφύρωση του χάσματος που στέκει ανάμεσά μας.
Και από τα κορμιά μας ξεχύνονται οι υπάρξεις μας.
Και μπαίνουν του ενός στον άλλο.
Και μ’ αυτόν το μαγικό τρόπο μάθαμε τα πάντα,
ο ένας για τον άλλο.
.

Τετάρτη, Αυγούστου 31, 2005

με τα τέσσερα

(πίνακας μιας φίλης)

Κίνηση,
με τα τέσσερα,
στους τέσσερις τοίχους,
στο πάτωμα
και στο ταβάνι.

Η σκιά του σώματος,
πότε διογκώνεται υπερβολικά,
πότε μικραίνει,
και πότε
συμπίπτει
ακριβώς με το σώμα.

Ο φωτισμός!
Αυτός φταίει!
Θα διορθώνω διαρκώς τη κλίση
της λάμπας
κι’ έτσι η σκιά μου
θα είναι συνεχώς
ταυτισμένη με το σώμα μου,
στη συνεχή κίνησή του
στους τέσσερις τοίχους
στο πάτωμα
και στο ταβάνι.

Αχ, πόσο ωραία ταυτίζεστε
αγαπητή μου σκιά και σήμερα.

Αναποδογυρισμένα συναισθήματα













Συζητώ με τα
αντεστραμμένα συναισθήματα.
Προσπαθώ να κατανοήσω
τις αιτίες της εκτροπής τους.
Ρωτώ «γιατί;»,
ή «τι πιστεύετε ότι στάθηκε αιτία
της παραβατικής σας συμπεριφοράς;»,
ακόμα, «πιστεύετε στην ύπαρξη του Θεού;»,
«στον ορθό λόγο;»
και «ποια ανάγκη σας έφερε εδώ;»
Συζήτηση με το
αντεστραμμένο είδωλό μου
που καθρεφτίζεται
παραμορφωμένο
στο ρεζερβουάρ
μιας αναποδογυρισμένης
κλεμμένης μοτοσικλέτας.

μπιπ μπιπ μπιπ


όταν δεν είναι
πια νύχτα
ούτε ακόμα μέρα,
καθώς το μαύρο ξεθωριάζει
από τη διαρκώς αυξανόμενη ένταση του λευκού,
εκείνη ακριβώς τη στιγμή
ξανοίγεται μπροστά
ο δρόμος διαφυγής,
ένα κόκκινο μονοπάτι
στον ορίζοντα,
χαλί στα πόδια μου,
που το ακολουθώ
και περνάει,
σαν γάτα κεραμιδίσια,
με αλφαβητική σειρά,
από τον τόπο καταγωγής
των αριθμών
του καταλόγου
των τηλεφώνων μου,
και καλώ απ τις μονωμένες ταράτσες τους,
μπιπ
μπιπ
μπιπ,
είμαι τόσο κοντά
αλλά κοιμούνται όλοι
και κλείνω
το μπιπ
και το μονοπάτι κλείνει,
σιγά σιγά παύει να είναι κόκκινο,
τα μπλε λεωφορεία ξεκινάνε τα δρομολόγιά τους,
το χρηματιστήριο αξιών σε λίγο θα ξεκινήσει κι αυτό,
και το χαλί δεν υπάρχει πια
κάτω απ τα πόδια μου,
και τσακίζομαι
στο πρωί.
Κι έφτασα τόσο κοντά.

σταυρουδάκι λαιμού


κάθε τόσο,
σε σταθερό χρόνο,
μια ακτίνα ήλιου,
αντανακλάται πάνω σε σταυρουδάκι λαιμού,
χριστουγεννιάτικου δώρου,
σώματος ακινητοποιημένου,
σχηματίζει γωνία
και αναγκάζει τα βλέφαρά μου να κλείνουν
για απειροελάχιστο χρόνο,
όλο και λιγότερο όμως,
καθώς
περιστρέφομαι,
σε διαρκώς αυξανόμενη απόσταση
γύρω από το σταυρουδάκι.

Δευτέρα, Αυγούστου 29, 2005

η μελωδία του θροΐσματος των φύλλων

Καληνύχτα αγάπη μου.

Με περικλείουν φυλλώματα δένδρων,
που ανεμίζοντας
μπλέκονται μεταξύ τους
κι’ αφήνουν ελεύθερη μόνο
μια μικρή δίοδο προς τον ουρανό.
Απ’ το σκοτεινό δάσος
ξεπροβάλουν φιγούρες
που συγκλίνουν κυκλωτικά προς το μέρος μου.
Πάλλονται στο ρυθμό του θροΐσματος των φύλλων των δένδρων
σα να είναι προέκτασή τους.
Με πλησιάζουν αρκετά
και τότε μπορώ να διακρίνω τα πρόσωπά τους.
Όλα κάτι μου θυμίζουν
μα δεν μπορώ να προσδιορίσω ακριβώς τι.
Πάλλονται διαρκώς.
Καταλαβαίνω με τη διαρκή παρατήρηση
ότι τα πρόσωπά τους
αποτελούνται από χαρακτηριστικά
διαφορετικών γνώριμών μου προσώπων.
Μια μύτη με ξένα μάτια,
ένα στόμα με άλλη γλώσσα,
μέτωπο που ανήκει αλλού,
δυο διαφορετικά αυτιά.
Σε μερικά, μάλιστα,  χαρακτηριστικά εδώ κι’ εκεί
αναγνωρίζω τα δικά μου.
Ένας ήχος ακατάληπτος
βγαίνει συνεχώς απ τα στόματά τους.
Πάλλονται γύρω μου και τραγουδούν
ώσπου να χαράξει και να ξαναχαθούν στο δάσος.

Καλημέρα αγάπη μου.




ψώνια

Το σώμα,
ψωνίζει τη τελευταία λέξη της μόδας,
τη προβάρει σε ολόσωμο καθρέφτη,
φοράει ωραίο χαμόγελο,
το προβάρει κι’ αυτό,
αρωματίζεται,
αφαιρεί τη καρδιά προσεκτικά
και την αφήνει σπίτι,
παίρνει τους δρόμους
και ψωνίζεται.

δύναμη εκατό αλόγων

Παρακολούθησα ένα έργο εποχής στον κινηματογράφο.
Ύστερα βγήκα και περπάτησα.
Στην Ακαδημίας.
Πανέμορφα σταχτί άλογα σέρνουν άμαξες
που ανηφορίζουν αργά προς το Σύνταγμα.
Στο πεζοδρόμιο, κορίτσια της αστικής τάξης,
πιασμένα αγκαζέ,
με φανταστικά λευκά δαντελένια φορέματα
και πλατύγυρα καπέλα με λουλούδια,
κάνουν βόλτα,
συνοδευόμενες από μεγαλύτερες κυρίες,
που προπορεύονται,
με εξίσου όμορφα ρούχα, επίσης πιασμένες αγκαζέ.
Νεαροί άντρες, με ωραία καπέλα,
σκούρα κουστούμια και γιλέκα,
τις ακολουθούν σε διακριτική απόσταση,
κάτι λένε και γελάνε δυνατά,
κι αυτές κάτι λένε και γελάνε, πνιχτά όμως.
Οι κοπέλες τείνουν συνεχώς
να επιβραδύνουν το βηματισμό τους,
κάτι που δυσανασχετεί ίσως -ίσως κι’ όχι- τις μεγαλύτερες κυρίες.

Με προσπερνούν,
σε αντίθετη κατεύθυνση.
Γυρίζω το κεφάλι μου και τους κοιτώ,
όμως, καθώς ήμουν,
απορροφημένος απ’ το θέαμα,
πέρασα στη Τρικούπη
κι’ ένα αμάξι φρέναρε,
με δύναμη εκατό αλόγων,
λίγα εκατοστά μπροστά μου.

γέννηση

Ωκεάνια αγκαλιά ανοίγει
και με τραβάει μέσα της.
Ο υδάτινος όγκος
κάνει μια μεγάλη καμπύλη από κάτω μου
και γιγαντώνεται γύρω μου
Με καταπίνει απότομα,
ψάχνω, μάταια, να κρατηθώ απ’ τα νερά,
βυθίζομαι,
πνίγομαι,
θέλω να ουρλιάξω
μα δε μπορώ.

Το κεφάλι αγγίζει τα γόνατα,
μάτια κλειστά,
κλειστό στόμα,
γαλήνια όψη.

Λένε, συμβολίζει τη γέννηση.

Σάββατο, Αυγούστου 27, 2005

ζωτικά όρια

Τα ζωτικά μου όρια
θα είναι σχεδιασμένα με φτερό,
ευκρινώς θολά,
θα έχουν την οσμή της αγάπης,
θα αλληλοεπικαλύπτονται με άλλα, ίδια όρια,
θα δημιουργούν μαζί μια νέα μεγαλύτερη περιοχή
και ακολούθως, σαν ντόμινο,
θα συγχέονται με όλο και νέα
και θα εκτείνονται ως εκεί που φτάνει το μάτι,
καταργώντας την ιεραρχία,
ακυρώνοντας τη μοναξιά,
απελευθερώνοντας τη ζωή.

Στο μέλλον.
Τώρα, τα ζωτικά μου όρια,
είναι αδιαπέραστα, σαν οδόφραγμα,
και μυρίζουν βενζίνη σε μπουκάλι.

Σινικό τείχος

Ο πόθος μου,
απέραντος,
κυλιέται στα βουνά,
ξεχύνεται ορμητικός
σε πλαγιές,
με φιδίσιο σχήμα,
αγκαλιάζεται με τις κορφές
χαϊδεύεται
με τα δένδρα,
αιώνες
ψάχνει βήμα – βήμα
αγάπη να χωθεί,
ρωγμή στη γη
για να βουλιάξει
να χαθεί.


Μα δε μπορώ άλλο πια
αιώνια,
τους άνεμους
να υπομένω
μα δε μπορώ άλλο πια
αιώνια,
εκεί,
στην επιφάνεια
της γης
να παραμένω,
μα υποφέρω,
τείχος σινικό
να μένω.

Παρασκευή, Αυγούστου 26, 2005

θολούρα

Θολώνει η ανάσα το τζάμι,
το δάχτυλο σχηματίζει ένα όνομα,
δυσδιάκριτο,
αφού τα περιγράμματα είναι χοντρά
και βουλώνουν τα εσωτερικά κενά των γραμμάτων.
Ύστερα αφήνει το πρόσωπο να πέσει
στη θολωμένη περιοχή
και το όνομα
γίνεται ακόμα πιο δυσανάγνωστο
αφού μπερδεύεται
με το αποτύπωμα
της μύτης και των χειλιών.
Τέλος, με την ανάποδη του χεριού τα σβήνει όλα.

σύγχυση

Η φωνή μου διαχέεται πληκτρολογημένη σ’ ένα ψηφιακό κέντρο
και οι λέξεις μου διασταυρώνονται με λέξεις άλλων,
ένα «αγαπώ» μου, γλιστράει στην όψη ενός ικετευτικού «απάντησε», ένα «θέλω» μου συναντιέται με ένα «λατρεύω», χτυπάει η μια λέξη την άλλη, τραντάζονται και συνεχίζουν σε διαφορετικές πορείες,
ένα ψευδώνυμο περνάει ξυστά από ένα «γεια».
Απομακρύνομαι απ΄ τις λέξεις μου.
Τις κοιτάζω έτσι όπως μπερδεύονται με άλλες,
σαν αστρικό νεφέλωμα:
αγαπώ ήλιος αστρικό εικοσιτέσσερα όψη λέξεις χτυπάει σπίτια διαχέεται κοιτάζω περνάει η τραντάζονται μετάξι ξυστά μια γυναίκα Ελένη δέκα ελεεινός άλλων αγώνες θέλω ψηφιακό ικετευτικού βήτα μισώ ψέματα μπερδεύονται συνεχίσουν γεια κέντρο Γιώργος περίοδος δομή όνειρο χορός παλιός λάμδα επίθεση φεγγάρι μοναξιά ωμέγα λέοντες ιλουστρασιόν απίθανο πανούκλα ευτυχία κλοπή άλλη πορείες μου ιδανικό από γλιστράει ελευθερία πιθανότητες ψευδώνυμο ήρθα ένα νεφέλωμα διασταυρώνονται ταξί απόστροφος κόμμα τράπουλα σεξ σε είμαι σύγχυση τελεία.
Είμαι σε τέλεια σύγχυση.

    

εισπνοή – εκπνοή

Εισπνέω εικόνες.
Μελετώ τη δομή τους.
Καταμετρώ το μέγεθός τους.
Αφομοιώνω τους συμβολισμούς τους.
Ταξινομώ, με υπομονή, το περιεχόμενό τους.
Σημειώνω στο περιθώριό τους όσα χρήσιμα τις αφορούν.
Ανακατεύω την όψη τους, σαν τράπουλα.
Τραβάω μία, στη τύχη.
Εκπνέω λέξεις.

Πέμπτη, Αυγούστου 25, 2005

Επιπλέω

Τα τσαλακωμένα  σεντόνια  η αφή μου τα μεταφράζει σαν κυματιστή θάλασσα.
και οι τοίχοι δίπλα μου κι εμπρός μου,
μοιάζουν να ξεκινούν σε ευρεία γωνία απ' το βλέμμα μου,
και να εκτείνονται σε, ασυνήθιστη για δωμάτιο,
μεγάλη απόσταση.
Πολύ μακριά μου, εκεί που ενώνεται ο πλαϊνός με τον μπροστινό τοίχο,
δημιουργείται μια ρωγμή
και ξεπηδάει από μέσα της
μια άγνωστη ονειρική μορφή.
Μου απλώνει το χέρι της και με καλεί
σε άγνωστο χρόνο,
σε ελεύθερο τόπο.
Το προτεταμένο χέρι της με εμποδίζει να διακρίνω το πρόσωπό της.
Προσπαθώ να εξακριβώσω τις προθέσεις της.
Αργώ ν΄αποφασίσω, σκέφτομαι τα υπέρ και τα κατά,
διστάζω και τέλος, φοβάμαι να ανταποκριθώ στο κάλεσμά της
και οι τοίχοι ξαναπαίρνουν τις κανονικές διαστάσεις τους
κλείνουν ερμητικά το πέρασμα και
καταπίνουν την άγνωστη ονειρική μορφή.
Το σώμα μου επιπλέει.

Τετάρτη, Αυγούστου 24, 2005

Ταυτότητα

Μια ταυτότητα.
Λιωμένη στις άκρες,
χιλιοτσακισμένη,
με, όμως, ευανάγνωστο όνομα
και λοιπά στοιχεία
και υπογραφή αστυνόμου β’,
κανονική κατ’ όλα,
μα κατά τ’ άλλα ορφανή,
ψάχνει,
ψάχνει να βρει
ένα σώμα να χωθεί,
στη πίσω τσέπη του παντελονιού του,
το ευανάγνωστο ονοματεπώνυμο,
να βρει τη φυσική του αντανάκλαση,
με τον απαράβατο όμως όρο,
ότι το φυσικό σώμα
θα αναγνωρίζει αυτό που είναι
και θα συμπεριφέρεται ανάλογα:
«γενηθήτω το Θέλημά Σου. Αμήν»


Η πλάτη της

Μες τις σακούλες των σούπερ μάρκετ,
στη βοή των κινητών τηλεφώνων,
τους πλανόδιους πωλητές ευκαιριών,
χάθηκε.
Πρόλαβα να δω μόνο τη πλάτη της.
Λίγο πριν,
όπως προσπερνούσα δημόσια έργα
κι’ εκεί που τίποτε δεν προμήνυε κάτι τέτοιο,
μου είχε ψιθυρίσει στ’ αυτί:
σ’ αγαπώ.




Close up

Μια και μοναδική Στιγμή,
απ’ το πλήθος των Στιγμών,
εξεγέρθηκε,
αφόρισε το Χρόνο,
βγαίνοντας από τη σειρά της διαδοχής της,  
εναντιώθηκε στο πάγωμά της σε Ανάμνηση,
αρνήθηκε να φυλακιστεί σε φωτογραφία,
να γίνει νότες,
πίνακας ζωγραφικής,
να στοιχειοθετηθεί.

Τώρα πια, παρ’ όλο που πλησιάζω πολύ κοντά της
και την παρατηρώ,
δεν μπορώ να τη περιγράψω.

Δευτέρα, Αυγούστου 22, 2005

τίποτα άλλο δεν υπάρχει πια

Φοβάται και μαζεύεται,
προσωρινά,
όμως, με τη βοήθεια, ενός σφιξίματος
προβάλει ξανά,
έτοιμη να υποδεχθεί
την απόλυτη ηδονή
που εισβάλλει,
ρουφάει λίγο αίμα στην αρχή,
το οποίο διαχέεται στην σύριγγα
και ύστερα στη φλέβα
εισρέει,
με τρόπο ολοκληρωτικό,
το τίποτα άλλο δεν υπάρχει πια.    

τικ τακ

Σκοτεινή ησυχία,
μόνο ένα τικ τακ ακούγεται, έξω.

Μέσα, σε κάτι σαν πικ απ που το σκουριασμένο μοτέρ του
παλεύει συνεχώς, χωρίς να τα καταφέρνει πάντα, να πάρει εμπρός,
γρανάζια προσπαθούν να εμπλακούν με άλλα
και όταν με κόπο και θόρυβο το καταφέρουν,
αμέσως, επίσης με κόπο και θόρυβο,
ζητούν ν’ απεμπλακούν,
και ένας ατσάλινος δίσκος, με σαγρέ επιφάνεια,
μερικές φορές τα καταφέρνει να κάνει κάποιους κύκλους
και τότε μια πρόκα – κεφαλή αναπαράγει το l.p. της φωνής μου.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα τίποτα δεν ακούγεται έξω.
Μόνο ένα τικ τακ.


Αντίστροφη κρεμάλα


Πρώτα πέφτει ότι είχαν αγγίξει τρυφερά τα χέρια μου.
Ύστερα ότι πάτησαν τα πόδια μου με λαχτάρα εξαφανίζεται.
Καταπίνει η γη ότι πόθησα από το μέρος της καρδιάς.
Σβήνονται από κάθε δημόσιο κατάλογο όλες οι αγάπες που εγγράφηκαν στο νου.

Αποσυναρμολογούμαι δια του περιβάλλοντός μου.
Αντίστροφη κρεμάλα.




κουρέλια

Πάλι έβαλε το φόρεμα της Σύγκρισης,
εκείνο το ολόσωμο
με τα γαλάζια Ματαιόδοξα λουλουδάκια,
από πάνω έριξε την ίδια ροζ πλεκτή ζακέτα,
που ρίχνει, χρόνια τώρα, κάθε άνοιξη,
της Καχυποψίας,
α, και το αγαπημένο της μαύρο γοβάκι
της Ιδιοκτησίας.

Και, μέσα απ’ τα κουρέλια,
προσπαθώ να επινοήσω
την αγάπη της για μένα.

αφορμές τοξικομανίας

Ο άνεμος χτυπάει τις τέντες,
τον παρακαλώ να σταματήσει,
μα δεν μ’ ακούει,
παρά μόνο για μια στιγμή σιωπά,
κι’ ύστερα ξανά λυσσομανάει.

Κουκουλώνομαι,
χώνω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι.
Τέτοιες στιγμές,
αφορμές τοξικομανίας,
δεν θέλω να κοιμάμαι μόνος.

Άνεμε, σταμάτα.
Έλα, έλα, κοιμήσου αγγελούδι μου.

λεπτή ελαστική κλωστή

λεπτή ελαστική λευκή κλωστή
περασμένη με βελόνα
στο εσωτερικό μου,
κάνοντας μια εξαιρετικά περίπλοκη
διαδρομή,
τυλίγει τη σκεψη μου
ως ενοποιητικός παράγοντας
φυγόκεντρων δυνάμεων,
συνδέει τη καρδιά
με το νου
ως κοινός παρανομαστής
αντίθετων εννοιών,
γεφυρώνει τις γενετήσιες περιοχές
με τη καρδιά
ως εξισσοροπιστής
διαφορετικά κινούμενων ορμών.
Είναι φορές που τα τραβήγματα γίνονται δυνατά
και τότε τεντώνεται επικίνδυνα
Όμως αντέχει.
Ακόμα.

pixel το pixel

καίγεται σιγά – σιγά
το λευκό πέπλο της σιωπής,
pixel το pixel κοκκινίζει
στη φλόγα της ορμής,
σκορπώντας στη φυγή
κοφτά λόγια
- γραμματοσειρά arial -
που στις άκρες φτερουγίζουν,
μερικώς καμένα,
απ’ τα περιθώρια πιάνονται
για να σωθούν
και όλες οι λέξεις καίγονται
και όλες οι σκέψεις ξεχειλίζουν,
αποκαΐδια
απ την οθόνη μου.

Η αυτοκτονία των επιθυμιών

Αποκολλήθηκαν
-με σειρά προτεραιότητας-
οι σημαντικές πριν,
οι αδιάφορες μετά,
διέσχισαν
μια μεγάλη -γι’ αυτές-
απόσταση,
απ’ το σημείο όπου βρίσκονταν
ως την άκρη του μυαλού
και έπεσαν σιωπηλές,
ανικανοποίητες.

Δεν έκανα τίποτα
να εμποδίσω την αυτοκτονία
των επιθυμιών.

Κυριακή, Αυγούστου 21, 2005

Συγκρατημένη έλξη

Ανεπαίσθητη κίνηση,
για τους πολλούς,
των δύο σωμάτων,
του ενός προς το άλλο,
σαν το κέντρο βάρους τους
να γίνεται κοινό ανάμεσά τους,
η μια ανάσα τείνει διαρκώς να βρει την άλλη,
φαινομενικά αδιάφορα λόγια,
γεμάτα νοήματα και συνηχήσεις,
τυχαία αγγίγματα,
πλανήτες που ψάχνουν την τροχιά τους,
ποταμός την εκβολή του,
άνθρωπος τον άνθρωπό του

Φυσική,
συγκρατημένη για διάφορους λόγους,
έλξη,
που περνά απαρατήρητη.

γαλήνια θάλασσα

απ’ άκρη σ’ άκρη του ματιού
θάλασσα,
γαλήνια θάλασσα,
που πάνω στα λακκάκια της
οι ακτίνες του ήλιου,
σαν αστράκια,
λαμπιρίζουν,
ακίνητη εικόνα,
βουβή,
και πίσω απ’ τα μάτια,
μια αγάπη,
εγκλωβισμένη,
θηρίο στο κλουβί της,
τείνει διαρκώς να ξεχυθεί απ’ τα μάτια,
να βουτήξει,
να σκίσει με θόρυβο την ηρεμία.
Μα μόνο τείνει
και μόνο γαλήνια θάλασσα
κι ο ήλιος που λαμπιρίζει πάνω της.

Σάββατο, Αυγούστου 20, 2005

λουλούδι



Ένα λουλούδι που ανθίζει,
ο έρωτάς μου,
με αγάπη, νερό, αέρα, ήλιο και μουσική τρέφεται,
κι’ όλο ανθίζει.
Μικρές αριστοτεχνικές καμπυλές κινήσεις στο κενό,
τα κλαδάκια μου, τείνουν συνεχώς
προς την ολοκλήρωσή τους.
Αναπαράγομαι διευρυμένα και ταχύτατα
σκορπώντας γαλήνη και ευωδιά γύρω μου.
Ως την εποχή των πάγων.

σα τ’ άγρια πουλιά

ένα βιολί
θάλασσα που κυματίζει
στ’ αυτί μου,
κι’ ένα σαντούρι,
γλυκό αεράκι
στη ψυχή μου,
δυο φωνές τρεμουλιαστές,
αντηχούν μες τη καρδιά μου.
κι’ όλα μαζί,
παντού μου,
τσίμπημα ερωτικό:
«έλα ν’ φιληθούμε
σα τ’ άγρια πουλιά
που σμίγουν στα κλαράκια.
τζόγια μου, κι’ αλλάζουνε φιλιά»

εις σάρκα μία

σάρκας επιθυμία,
έξαψης προσταγή,
συνολική υποταγή,
υπνωτισμένες κινήσεις,
ελικοειδής σκάλα,
ξένα σώματα,
ξένοι άνθρωποι,
ξένες οσμές,
ένωσις
εις σάρκα μία,
εκεί, στα όρθια.

τσαλακωμένη αγκαλιά

μολύβι μωβ,
φιγούρα μωβ,
Α4 χαρτί
καμωμένη άτσαλα,
ζωγραφιά,
παιδική,
φιγούρα,
απροσδιόριστου φύλου,
μ’ ανοιχτά χέρια,
ζητάει αγκαλιά.

Ζητούσε, μάλλον,
γιατί τώρα πια
κείτεται στο πάτωμα,
ακόμα μια
άτσαλα ζωγραφισμένη
τσαλακωμένη
αγκαλιά.

Φαντάζομαι

Τα μαλλιά σου κυματίζουν απαλά
και η αύρα τους μου χαϊδεύει γλυκά το πρόσωπο,
τα χείλη σου κινούνται ελαφρά
και τα λόγια αγάπης που σχηματίζουν μου ζαλίζουν τη καρδιά,
τα μάτια σου πότε - πότε εστιάζουν στα δικά μου
και δημιουργούν γύρω μου μια φυλακή.
Φαντάζομαι.

Σολαριζασιόν σύνορα

Image Hosted by ImageShack.us
Τα σύνορα, πάντα υπήρχαν θολά, δυσδιάκριτα, ως εικόνα στο μυαλό μου. Γεωγραφικά, πάντα μ’ άρεσαν οι γεωλογικοί χάρτες, αυτοί που δεν έχουν διακεκομμένες ή ευθείες γραμμές ανάμεσα στις διάφορες χώρες, όπου οι καφέ οροσειρές, οι πράσινες πεδιάδες, οι γαλάζιες λίμνες και τα μπλε ποτάμια διατρέχουν δύο ή και περισσότερες χώρες.
Φωτογραφικά, τρελαίνομαι για την τεχνική του «σολαριζασιόν», δηλαδή για την μίξη θετικών και αρνητικών όψεων στην ίδια εικόνα.
Αντίθετα, μου είναι αποκρουστικές εικόνες όπως αυτή του τείχους του Βερολίνου, ή καγκελοφραγμένων αυλών ή ακόμα οι μπάρες που πέφτουν στα διόδια και στα τελωνεία
Η νύχτα μαλακώνει, επίσης, τα περιγράμματα των ανθρώπων, σκεφτόμουν καθώς έβλεπα έναν άγνωστο άνθρωπο, σ’ ένα άγνωστο σπίτι, να γδύνεται και να πλαγιάζει δίπλα μου.

Παρασκευή, Αυγούστου 19, 2005

Ανθοί

από το μπλε φόντο
της κορυφής
μεταλλικών κεραιών
των γκρίζων πολυκατοικιών,
η γύρη,
ενός ελπιδοφόρου,
ανάποδης ρίζας,
ροζ ανθού
θα στάξει
σχιζοφρενικά
στην ανοιχτή καρδιά.
Σαν βροχή
ξανά,
ξανά,
ξανά.

σε ποιο πεζοδρόμιο
χάνεσαι τώρα
ποιόν ανθό φιλάς

Ηλεκτρονική πασιέντζα

Θέλω να κοιμηθώ μα δεν μπορώ. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι και μια ηλεκτρονική πασιέντζα παίζει μόνη της στο μυαλό μου. Η τράπουλα ρίχνεται, ανοίγει χαρτιά, βρίσκει να κολλήσει δεν βρίσκει,...συναντήθηκαν με τον Χ. και δεν τον ρώτησε τίποτα για μένα,...ένας ρήγας ψάχνει κενό χώρο να κατέβει και να φανερώσει άλλο χαρτί, ένας άσος φεύγει και στρογγυλοκάθεται στη κορυφή,...δεν ήθελε να ρωτήσει ή μήπως δεν θυμήθηκε να το κάνει, και τι να σημαίνει έτσι η αλλιώς;...δεν υπάρχει χαρτί να κατέβει, αδιέξοδο ...με σκέφτεται;...άλλος ένας γύρος, ίσως να μη πρόσεξα καλά τα χαρτιά,...κι αν με σκέφτεται τι; έτσι κι αλλιώς αδιέξοδο, δεν υπάρχει ελεύθερος χώρος, δεν υπάρχει ελεύθερος χώρος.

Πέμπτη, Αυγούστου 18, 2005

Ηδονές

Κυλιέμαι ηδονικά
στην ερμαφρόδιτη επιφάνεια του νου,
φόβοι με φλερτάρουν,
πλαγιάζω ανάμεσα στις εμμονές μου.

Αιωρούμαι απολαυστικά
στο σύμπλεγμα των συναισθημάτων,
χαιδεύω τις ενοχές μου,
τα χείλη μου ψάχνουν τα χείλη των εμπλοκών μου.

Βυθίζομαι νωχελικά,
στη καπνοδόχο της φωτιάς που με καίει,
που αργά αργά με τυλίγει
και παθιασμένα με σφίγγει.

Σαλτάρω αποφασιστικά
στη μαύρη τρύπα της λογικής
και ιππεύω θριαμβευτής
το ά-λογο της ήττας μου,
πατεντάρω την απόγνωση
και λανσάρω το άρωμά μου
στην αγορά.

Θα μείνω εκεί.

Καλά είμαι μαμά


Κάλεσέ με μαμά.
Δεν θα σου πω όμως τα φριχτά όνειρα που είδα.
Ούτε πως τα ερμηνεύω.
Κάλεσέ με μαμά.
Δεν θα σου πω όμως τι ροκανίζει το μυαλό μου.
Ούτε τη καρδιά μου.
Κάλεσέ με μαμά.
Δεν θα σου πω όμως που κυλίστηκα το βράδυ.
Ούτε με ποιόν.
Κάλεσέ με μαμά.

Τρίτη, Ιουλίου 19, 2005

...χαμένο καλοκαίρι

C.N.T. (Confederation National del Trabajo), Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας, καθοδηγούμενη απ τους αναρχικούς.
F.A.I. (Federation Anarquista Iberica), Αναρχική Ομοσπονδία Ιβηρικής.

...χαμένο καλοκαίρι


Φλεβάρης του '39. Οι μαχητές του Δημοκρατικού στρατού περνούν, ηττημένοι, τα Γαλλοκαταλωνικά σύνορα.

...χαμένο καλοκαίρι



αφίσα της CNT-FAI

...χαμένο καλοκαίρι


η κηδεία του Ντουρούτι

...χαμένο καλοκαίρι

Ο Ντουρούτι νεκρός

...χαμένο καλοκαίρι

...χαμένο καλοκαίρι

οι σειρήνες ουρλιάζουν

...χαμένο καλοκαίρι

αμερικάνοι εθελοντές φτάνουν στη Βαρκελώνη

...χαμένο καλοκαίρι

γυναίκες της πολιτοφυλακής της CNT

...χαμένο καλοκαίρι

προπαγανδιστική αφίσα της CNT

Το χαμένο καλοκαίρι















Ιούλης του ΄36. Η Βαρκελώνη στα οδοφράγματα

Σάββατο, Ιουλίου 16, 2005

cool θλίψη

σ’ ένα πάρτι,
σ’ αστεία ξεκαρδιστικά,
σε χάδια ερωτικά,
σε παθιάρικα φιλιά,
σε γυμνά κορμιά που γαμιούνται
κι ύστερα ανάβουν τσιγάρο,
μεταλλάσσεται, πολύ συχνά,
και το πρωί,
κάθε πρωί,
ξεροβήχει
ψάχνει το πεταμένο βρακί
και το σουτιέν της,
τα φοράει
και είναι cool
η γαμημένη θλίψη μου

σβήνω

Φόντο
το απόλυτο κενό
λευκό,
άηχο,
πρώτο πλάνο,
χρώμα,
παλμός,
κίνηση.
Το κενό
εκτείνεται σταδιακά
σβήνει το χρώμα,
το παλμό,
τη κίνηση.
Σα υγρό σφουγγάρι
με μικρές κυκλικές
κινήσεις,
σβήνει,
σβήνει αδιάκοπα.
Τα χείλη μου είναι κλειστά.
Ανοίγουν μόνο για το τσιγάρο.
Ήθελα να πω πολλά,
είχα άλλωστε όλο το χρόνο.
Όμως δεν μίλησα,
μόνο μ’ ένα υγρό σφουγγάρι,
με μικρές κυκλικές
κινήσεις,
σβήνω,
σβήνω,
σβήνομαι αδιάκοπα.

κραγιόν

έβαψε με τα χείλη,
κόκκινα τα άσπρα φίλτρα πολλών τσιγάρων,
το στόμιο ενός κολονάτου ποτηριού,
που γέμιζε συνεχώς κονιάκ,
τα μάγουλα όλων των φίλων,
τα χείλη αρκετών εραστών.
Έφυγε όλο το κραγιόν.

φιλί

Διστακτικά στην αρχή,
τα χείλη μας αγγίχτηκαν,
απομακρύνθηκαν για λίγο
κι’ ύστερα λίγο πιο αποφασιστικά
ξαναενώθηκαν,
υγράνθηκαν οι γλώσσες
και ξεπρόβαλαν,
τα στόματα
ανοίγουν να τις υποδεχθούν,
όπως εισέρχονται
με διαρκώς αυξανόμενη πίεση,
τυλίγει η μια γλώσσα την άλλη,
και τα χείλη, σφραγισμένα,
περιστρέφονται αδιάκοπα.

Τράβηξε απότομα το στόμα απ’ το στόμα μου.
«Αν ξανακοιτάξεις πίσω μου, θα σε σκοτώσω»

Και έκλεισα για πάντα τα μάτια.

Ατέρμονας άξονας

Ατέρμονας άξονας που πάνω του κινούμαι,
η σκέψη μου θηλυκώνει στα λαδωμένα
σπειροειδή αυλάκια του,
καί γυρίζω.
Στην πλήρη περιστροφή μου,
διαδοχικά εμφανίζονται,
οι ιδεολογίες μου και η σπιτονοικοκυρά μου,
η κατάθεση του μηνιαίου μισθού μου
και τα απότιστα λουλούδια μου,
οι Νoir Desir κι’ η μάνα μου,
οι απέναντι και οι κάτω,
εγώ κι’ εγώ,
δρόμοι, πολλοί δρόμοι,
κι’ ο άξονάς μου, καλολαδωμένος.
Ατέρμονας άξονας που πάνω του κινούμαι,
η σκέψη μου θηλυκώνει στα λαδωμένα
σπειροειδή αυλάκια του,
καί γυρίζω.
Στην πλήρη περιστροφή μου,
διαδοχικά εμφανίζονται,
οι ιδεολογίες μου και η σπιτονοικοκυρά μου,
η κατάθεση του μηνιαίου μισθού μου
και τα απότιστα λουλούδια μου,
οι Νoir Desir κι’ η μάνα μου,
οι απέναντι και οι κάτω,
εγώ κι’ εγώ,
δρόμοι, πολλοί δρόμοι,
κι’ ο άξονάς μου, καλολαδωμένος.
Ατέρμονας άξονας που πάνω του κινούμαι,
η σκέψη μου θηλυκώνει στα λαδωμένα
σπειροειδή αυλάκια του,
καί γυρίζω.
Στην πλήρη περιστροφή μου,
διαδοχικά εμφανίζονται,
οι ιδεολογίες μου και η σπιτονοικοκυρά μου,
η κατάθεση του μηνιαίου μισθού μου
και τα απότιστα λουλούδια μου,
οι Νoir Desir κι’ η μάνα μου,
οι απέναντι και οι κάτω,
εγώ κι’ εγώ,
δρόμοι, πολλοί δρόμοι,
κι’ ο άξονάς μου, καλολαδωμένος.
Ατέρμονας άξονας που πάνω του κινούμαι,
η σκέψη μου θηλυκώνει στα λαδωμένα
σπειροειδή αυλάκια του,
καί γυρίζω.
Στην πλήρη περιστροφή μου,
διαδοχικά εμφανίζονται,
οι ιδεολογίες μου και η σπιτονοικοκυρά μου,
η κατάθεση του μηνιαίου μισθού μου
και τα απότιστα λουλούδια μου,
οι Νoir Desir κι’ η μάνα μου,
οι απέναντι και οι κάτω,
εγώ κι’ εγώ,
δρόμοι, πολλοί δρόμοι,
κι’ ο άξονάς μου, καλολαδωμένος.
Μία πλήρης περιστροφή.

Παρασκευή, Ιουλίου 15, 2005

σαλονάτη κόλαση

Στα άγρια σκυλιά που φυλάνε την είσοδο
σβήνετε τα μυτερά τους δόντια
και βάζετε μαλλιά να σκεπάζουν
τα μάτια τους. Γίνονται αγαπησιάρικα.
Τα μαύρα καζάνια που βράζουν άνθρωποι,
επίσης τα σβήνετε και τα
αντικαθιστάτε με μια γυαλιστερή
χύτρα ταχύτητας και, ας πούμε, ένα
γλυκό κοτοπουλάκι.
Τους τρομερούς διάολους μπορείτε,
προσθέτοντας ίσως μερικά φτερά
στο κεφάλι, ή κάποια σέξι ρούχα,
ένα μίνι τζινάκι ας πούμε,
να τους κάνετε ακόμα και ερωτεύσιμους.
Μια κόλαση στο σαλόνι σας.
Μια ενδιαφέρουσα στιλιστική πρόταση.
Φυσικά, ισχύει και το αντίστροφο.

Χώρος αποσκευών

Έπαιζε ένα παιδικό παιχνίδι. Ο κανόνας ήταν απλός: έπρεπε,
καθώς περπατούσε, να μην πατάει τα διαχωριστικά κενά ανάμεσα
στις πλάκες του πεζοδρομίου. Σήκωσε τα μάτια του μόνο
όταν έπρεπε να διαβεί ένα μικρό δρόμο.
Καθώς τον περνούσε ένα παράξενο θέαμα
λίγα μέτρα μακρύτερα, μέσα σ΄ αυτό το δρόμο, τον έκανε να σταθεί.
Κάποιος άντρας άλλαζε το λάστιχο ενός αυτοκινήτου
ενώ μια κοπέλα καθόταν μέσα στον ανοιχτό χώρο
αποσκευών εκείνου του αυτοκινήτου.
Η έκπληξή του έγινε ακόμα μεγαλύτερη όταν αναγνώρισε
τα χαρακτηριστικά εκείνης της κοπέλας.
Αμέσως προχώρησε προς το μέρος της.
Φάνηκε να τον γνώρισε καθώς την είδε να του κάνει ένα νεύμα με το χέρι της.
Έφτασε κοντά της και είδε το όμορφο
πρόσωπό της να λάμπει από χαρά.
Κάθισε κάτω στον βρεγμένο δρόμο και αυτή έσκυψε το κεφάλι της,
βάζοντας τα χέρια της κάτω από το λαιμό σαν μαξιλάρι,
στην άκρη του χώρου αποσκευών και άρχισαν να μιλάνε.
Ο τρόπος που τον κοίταζε τον έκανε να θυμηθεί τις μέρες
που τον αγαπούσε και αυτή η σκέψη τον έκανε πολύ χαρούμενο.
Είχε περάσει πολύ ώρα που μιλούσαν και είχε σκοτεινιάσει,
μόνο μια λάμπα που κρεμόταν από κάποιο στύλο ακριβώς
από πάνω τους τους φώτιζε.
Ήθελε να ρωτήσει γιατί καθόταν μέσα στον χώρο αποσκευών
και ακόμα ποιος ήταν ο άντρας που άλλαζε το λάστιχο,
αλλά, σαν να του κρατούσε αιχμάλωτη τη γλώσσα
μια τεράστια αόρατη δύναμη, δεν έλεγε τίποτα.
Αυτή η σκέψη τον έκανε να ανησυχήσει.
Αυτή του έδωσε το παπούτσι της να το δοκιμάσει.
Το δοκίμασε και της το έδωσε πίσω λέγοντας πως του είναι μικρό.
Ξαφνικά έπιασε ένας δυνατός αέρας και η λάμπα που
κρεμόταν από πάνω τους άρχισε να κουνιέται πέρα-δώθε
πότε φωτίζοντας τη μεριά που καθόταν αυτή και πότε τη μεριά που καθόταν αυτός.
Ύστερα από λίγο άρχισε να ακούγεται θόρυβος από καλπασμό αλόγων.
Αυτή κάτι είπε και γέλασε δυνατά. Η λάμπα έφυγε από τη μεριά της
και φώτισε το πρόσωπό του τη στιγμή που άκουσε ένα δυνατό θόρυβο
και μια κραυγή πόνου. Όταν η λάμπα ξαναφώτισε το πρόσωπό της
είδε με έκπληξη το καπό του αυτοκινήτου να είναι κατεβασμένο
και το πρόσωπό της να εξέχει από το χώρο αποσκευών
ζωγραφισμένο από μια έκφραση πόνου ενώ τα αίματα έτρεχαν ποτάμι στο δρόμο.
Ο άντρας που πριν άλλαζε το λάστιχο ήταν όρθιος και το χέρι του
ακουμπούσε στο καπό του αυτοκινήτου. Έχωσε το κεφάλι του μέσα στα χέρια του
και έκλαιγε με λυγμούς. Ένα κρεβάτι έτριξε. Άλογα πέρασαν από δίπλα του.
Επάνω τους ήταν στρατιώτες με τα όπλα στραμμένα προς το έδαφος.
Όλο το σώμα του τρανταζόταν από τους λυγμούς ενώ ταυτόχρονα
το σώμα του μούδιασε. Ο άντρας που πριν ήταν όρθιος τον σκούντησε στον ώμο.
Δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια του από τα δάκρυα.
Ο άντρας τον σκούντησε ξανά. Κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του.
Το χέρι που τον έπιανε στον ώμο κατέληγε σ΄ έναν άντρα με μπλε στολή και καπέλο.
“Συγγνώμη κύριε. Το εισιτήριο σας”.
Πετάχτηκε όρθιος και το βιβλίο που κρατούσε στα χέρια του έπεσε κάτω.
Το ηλικιωμένο ζευγάρι που καθόταν απέναντι τον κοίταζε.
Άφησε το σώμα του να πέσει πίσω στο κάθισμα του τρένου,
σκούπισε με την ανάποδη του χεριού του τον ιδρώτα που
έτρεχε ποτάμι από το μέτωπό του και έψαξε για λίγο
στις τσέπες του ώσπου να βρει το εισιτήριο.

Πέμπτη, Ιουλίου 14, 2005

Η πιο ωραία φωτογραφία














Η πιο ωραία φωτογραφία ήταν αυτή που τραβήχτηκε,
δεν θυμάμαι από ποιόν απ’ όλους τους εραστές,
σ’ ένα καφέ – φαίνονται τα ποτήρια-, σε κάποιο λιμάνι,
-από τα κατάρτια στο βάθος, λέω ότι είναι λιμάνι.
Φοράει ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν και το βλέμμα
είναι επίσης μαύρο, θλιμμένο. Άραγε είχε κλάψει πριν;
και, αν ναι, γιατί είχε κλάψει;
Κάνω μια υπόθεση: είχε κλάψει γιατί είχε ζητήσει
μόνιμη συμβίωση, για πολλοστή φορά και για ακόμα
άλλη μια φορά είχε λάβει αρνητική απάντηση.
Δεν ξέρω, υποθέτω. Όπως επίσης υποθέτω ότι είχε
θλιμμένο βλέμμα. Πολλές φορές οι φωτογραφίες
ξεγελούν. Τέλος πάντων, την έσκισα.

Κυριακή, Ιουλίου 10, 2005

μουσικό κουτί














Η κούκλα γέρνει ελαφρά το κεφάλι της
και με καρφώνει
με τα πράσινα γυάλινα μάτια της,
έτσι όπως μπροστά σ’ ένα καθρέφτη χεριού
χτενίζει τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της,
ενώ το τρένο, μακρύ, πολύ μακρύ,
με μαύρη, κατάμαυρη ατμομηχανή,
με τρομάζει
καθώς σφυρίζουν οι ρόδες του στις ράγες
φρενάροντας, προκειμένου
να ανεφοδιαστεί με καύσιμα και νερό,
Η κούκλα μοιάζει τώρα να μου χαμογελάει
και η μάγισσα που εμφανίστηκε από το πουθενά,
πάνω στη σκούπα της, απειλητική,
φέρνει γύρω μου στροφές
στο ρυθμό της συμφωνίας του Μότσαρτ, αριθμός 40.

Ανεβαίνω τα σκαλάκια να μπω στο τρένο
Θ’ αργήσω πάλι στη δουλειά, σκέφτομαι,
αχ ξέχασα να κλείσω και το μουσικό κουτί.

Ντύθηκε με τα καλά της















Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της ενώ ταυτόχρονα κοίταζε προς τον καθρέφτη. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στα ίδια της τα μάτια έτσι όπως αντανακλώνταν ανάποδα μέσα στον καθρέφτη. Βαμμένα έντονα και ψεύτικες βλεφαρίδες. Αναγνώρισε μέσα στα μάτια που κοίταζε τις ιδιότητές της. Την ιδιότητα της χαράς, την ιδιότητα της λύπης, της αγάπης, του μίσους, του άντρα, της γυναίκας. Τα χείλη της ήταν κατακόκκινα και αισθησιακά. Χάιδεψε το καινούργιο φόρεμά της πάνω από το στήθος της. Είχε ντυθεί με τα καλά της μα δεν είχε που να πάει. Έφυγε από τον καθρέφτη και βγήκε στο μπαλκόνι. Ανταύγειες από τις ανοιχτές τηλεοράσεις φώτιζαν πότε πολύ και πότε λίγο τα σκοτάδια των απέναντι διαμερισμάτων. Ύστερα κοίταξε τον φθινοπωρινό νυχτερινό ουρανό μπορούσε να διακρίνει καθαρά τα σύννεφα που είχαν μαζευτεί εκεί επάνω και μετακινούνταν πέφτοντας το ένα πάνω στο άλλο. Το βλέμμα της, καθώς κοίταζε ψηλά, έγινε ξαφνικά απόμακρο. Μέσα στις παράξενες πινελιές που έκαναν τα σύννεφα πάνω στο καμβά του ουρανού νόμισε πως διέκρινε τα δικά της χαρακτηριστικά στο πρόσωπο ενός μικρού αγοριού, κράταγε από το χέρι ένα κοριτσάκι, i love a boy, χαρούμενες στιγμές.
Ύστερα έπεσε πάνω του άλλο σύννεφο που την έδειχνε μεγάλη γυναίκα, να ακροβατεί φοβισμένα στα όρια του φύλου της, στα όρια του σώματος και της ψυχής.
Η μορφή της εναλλασσόταν έτσι όπως το κάθε σύννεφο κάλυπτε το άλλο. Μνημόσυνα υπάρξεων που πέρασαν χωρίς επιστροφή, συναισθήματα που κατάφεραν να χωρέσουν μέσα σ΄ ένα βρώμικο πεζοδρόμιο.
Παιχνίδια της φύσης και του υποσυνείδητου. Μετά είδε κάτι που τον φόβισε πολύ.
Η βροχή. Κατεβαίνει από τα σύννεφα με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
Κατεβαίνει προσωποποιημένη σ΄ αυτόν που βλέπει όλες τις ιδιότητές του. Το τέλος της διάσπασης των ιδιοτήτων : αίμα στην άσφαλτο.
Όταν τελείωσε να βρέχει ο ουρανός τη μορφή του ξεπλύθηκε το αίμα από το πεζοδρόμιο και όλα ηρέμησαν.
Η φύση αγκάλιασε τον εαυτό της και ένας άνθρωπος τον διπλανό του.Τα πράγματα πήραν τη θέση τους στην αρχή του κύκλου, μετά ήρθε η αγάπη, η δημιουργία της μουσικής και του λόγου.
Η παρανόηση έρχεται αρκετά μετά : γυναίκες ίσως άντρες.

Ένα βράδυ














Ένα βράδυ,
όπως κάθε βράδυ του κόσμου,
στην αγκαλιά
των χαρακωμένων χεριών
μιας πουτάνας,
βαριανασαίνω,
κάτω από,
γυμνές εικόνες,
νεκρές,
ένας άνθρωπος,
εγώ,
πιθανότητα κάθε ανθρώπου,
κι' ύστερα,
σ' ένα δρόμο,
σαν όλους τους δρόμους,
της πόλης,
μιας οποιασδήποτε πόλης,
σκυφτός περπατώ,
ζωντανός,
μα περίπου νεκρός.
Ένα βράδυ,
όπως κάθε βράδυ του κόσμου.

Σάββατο, Ιουλίου 09, 2005

L’OREAL


















πινέλο λεπτό η θλίψη,
βουτάει στη πλούσια
συλλογή χρωματικών τόνων της L’OREAL,
τρίχες υγροποιημένης
ενοχοποιημένης ηδονής,
που στερεοποιείται
και απελευθερώνεται
αδιέξοδα στο πρόσωπο,
ένα λαμπερό πρόσωπο
στο δρόμο,
στο γραφείο,
ένα λαμπερό πρόσωπο
της καθημερινής θλίψης.

Πέμπτη, Ιουλίου 07, 2005

Η ευτυχία ως pollaroid
















Ξερακιανές φιγούρες, αποκαμωμένες από το ανελέητο πάρε-δώσε με την πρέζα,
κάνουν κύκλους δύο-δύο, τρεις-τρεις, πέντε - πέντε στη πλατεία Βάθη.
Ποιος; Πότε θα έρθει; Πόσο; Ερωτήσεις για την ευτυχία τους,
αγωνία για το ραντεβού τους.
Όταν επιτέλους έρθει αυτός που περιμένουν, εξαφανίζονται αστραπιαία,
όσο αστραπιαία θα είναι άλλωστε και η ευτυχία τους.
Άλλες αποκαμωμένες φιγούρες από την πείνα και την ανέχεια αυτή τη φορά,
στην Ομόνοια, οι αλλοδαποί, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά
από τις οικογένειές τους, παίρνουν τη θέση των παιδιών
από την επαρχία που παλιά σύχναζαν εδώ,
στη κούρσα του ονείρου μιας ζωής μακριά από τη μιζέρια,
που όμως όλο μοιάζει να ξεφεύγει. Περιμένουν τη μεγάλη ευκαιρία.
Αντί αυτής όμως το μόνο που έρχεται είναι κάποιο μεροκάματο της πείνας
και κάποιες πιθανότητες να νοικιάσουν τη σάρκα τους σε επιθυμίες.
Στους πάγκους τα Σαββατόβραδα μπορεί κάποιος
να αγοράσει την κυριακάτικη εφημερίδα του.
Αν πάει πάλι λίγο πιο μέσα, στα στενά γύρω από την Ομόνοια,
έως και πέρα από την κεντρική αγορά, στην Αγίου Κωνσταντίνου,
μπορεί να βρει έναν ολόκληρο κόσμο διαθέσιμο για τις πιο κρυφές επιθυμίες.
Να βρει την υγρασία ενός άθλιου δωματίου ενός ξενοδοχείου στην Σωκράτους,
να ενώσει τις στάλες του ιδρώτα του μα τις στάλες των ιδρωτών ξένων σωμάτων,
να πιάσει το χέρι του το πέος μιας ξανθιάς.

Τύψεις, τύψεις, τύψεις.
Μέχρι το πάθος της στιγμιαίας ευτυχίας να με ξαναστείλει,
σαν υπνωτισμένο,
για ψώνια στην Ομόνοια.