Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2005

backspace


















αυτοκίνητα ξεχύνονται από το πράσινο φανάρι
ενώ πατάω αργά οχτώ πλήκτρα
σ ε α γ α π α ω
μπετονιέρες αδειάζουν τόνους τσιμέντου
και πατάω γρήγορα το backspace,
οχτώ φορές
backspace,
λευκό έγγραφο,
πλήθη ανθρώπων γεμίζουν
κάθε πρωί γκρίζα κτίρια
και ξαναγγίζω αργά τα οχτώ πλήκτρα
σ ε α γ α π α ω
όμως, μπετονιέρες αδειάζουν
τόνους γκρίζου
μέσα μου,
πλήθος ανθρώπων
περιδιαβαίνει
τις σαθρές κολώνες μου,
γρήγορα
οχτώ φορές
backspace
λευκό έγγραφο ξανά.
Κάποιος κορνάρει.

Τρίτη, Ιουλίου 05, 2005

κάποιος μου λείπει














Από μια υπαίθρια γιορταστική εγκατάσταση
φθάνουν στ’ αυτιά μου χαρούμενα τραγούδια,
παραμορφωμένα όμως απ τα φθηνά ηχεία.
Διακρίνω τα χρωματιστά λαμπάκια που κοσμούν τα περίπτερα.
Ανάμεσα σε μένα και το χώρο εκείνο μεσολαβεί
ένα τεράστιο γιαπί με θηριώδεις γερανούς
να σκίζουν τον ουρανό και πίσω από τα περίπτερα
η λεωφόρος με αυτοκίνητα που τρέχουν
και ο θόρυβός τους που ανακατεύεται
με τα χαρούμενα τραγούδια.
Πίσω μου κάποιος φωνάζει κι’ άλλοι γελάνε.
Κάποιος μου λείπει και νιώθω σαν τραγούδι
που βγαίνει παραμορφωμένο από φθηνό ηχείο.
Καπνίζω και κοιτάζω,
ακούω μα δεν ακούω.

Δευτέρα, Ιουλίου 04, 2005

ο ήχος των χορδών μου


















με νιαούρισμα νεογέννητου
γατιού,
δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών,
μοιάζουν καμιά φορά
κι άλλες φορές
με ποδοβολητό,
ζώου κυνηγημένου,
μοιάζουν,
κι άλλοτε μοιάζουν
με το απελπισμένο,
μα και συνάμα,
τρομακτικό σπάσιμο ενός τζαμιού
μες την ησυχία της νύχτας
και ενίοτε
με τίποτα,
δεν μοιάζουν
με τίποτα,
δεν ακούγεται
τίποτα.

αφουγκράζομαι
τον ήχο που παράγουν
οι χορδές μου.

Κυριακή, Ιουλίου 03, 2005

Αγκάθια















Κάνει κρύο αυτό το ήρεμο και σκοτεινό χειμωνιάτικο πρωινό.
Η παραλία είναι όλη δικιά μου – δεν είναι ο καιρός των λουομένων.
Μόνος μου παρέα μ’ έναν θάνατο, ένα «θάνατο» κι έναν
πίνακα ζωγραφικής: τον θάνατο του αδελφού μου πριν τέσσερις
μήνες, τον «θάνατο» ενός έρωτα, σχεδόν ταυτόχρονα
και τον πίνακα του Jean Toorop με τις γυναικείες μορφές που
βγάζουν αγκάθια από ένα νεκρό σώμα να στριφογυρνάει στο μυαλό μου.
Υγρά βοτσαλάκια, βαριά άμμος. Μερικές βαρκούλες, σ’ ένα μόλο
πιο πέρα, πάλλονται στον μικρό παφλασμό των κυμάτων,
ένα σκυλί βολοδέρνει πεινασμένο και στο βάθος, στον ορίζοντα,
η θολή θάλασσα μοιάζει να θέλει να ενωθεί με το γκρίζο του ουρανού.
Κλώτσησα, από συνήθεια, μια πετρούλα παρακολουθώντας
τη τεθλασμένη πορεία της ανάμεσα στις άλλες πέτρες, ως που να
αγγίξει το κυματάκι. Κι ο αδελφός μου έφυγε, για πάντα,
τρέχοντας σαν αυτή τη πετρούλα, από το σημείο εκκίνησης,
το φως, ως το τέρμα, χτυπώντας πάνω σε άλλες
πετρούλες, αλλάζοντας πορεία, ως που σταμάτησε να κινείται,
και να βλέπει. Και ύστερα σιωπή . Ήθελα, πριν τη σιωπή,
να του πω να μην ανησυχεί για μένα αλλά δεν ήξερα πότε θα γίνει αυτό.
Το λέω τώρα κλείνοντας τα μάτια, σιωπηρά, σαν προσευχή.
Το σκυλί με πλησίασε και με κοίταξε περιμένοντας
ίσως να του δώσω κάτι να φάει.
Πότε, κυλώντας σα την πετρούλα, πέφτουμε πάνω
σ’ άλλες και πονάμε, πότε γελάμε.
Στριμωγμένοι ανάμεσα σε πόνους και σε πόθους,
συνωστιζόμαστε, σπρώχνουμε, σπρωχνόμαστε και προχωράμε.
Κι αυτή φοράει, σαν ρούχο, ένα αγκάθι πάνω της,
δίκοπο αγκάθι. Θέλω να την αγκαλιάσω, μα το αγκάθι
με τσιμπάει. Και τσιμπιέται. Ακάνθινες σχέσεις.
Την αγαπάω μ’ έναν περίεργο τρόπο, χωρίς απαιτήσεις
και τρέφω αισθήματα σαν την αντανάκλαση του ειδώλου μου
στο νερό που αποσχηματίζεται, διασπάται από το αεράκι και,
ως δια μαγείας, δημιουργείται ξανά στην ηρεμία.
Η κίνησή μας, από τη δημιουργία ως την σιωπή είναι κάτι άλλο,
πέρα από το συγκριτικό αράδιασμα των πλεονεκτημάτων
και των μειονεκτημάτων μας.
Δεν ερωτεύονται ποτέ τα πλεονεκτήματα,
ούτε μισούν τα μειονεκτήματα, δεν ζουν και δεν πεθαίνουν.
Δεν ξέρω τι ακριβώς είμαστε, αλλά ξέρω καλά ότι δεν χωράμε
σε κανένα μαθηματικό τύπο.
Περπατάω κατά το μήκος της παραλίας
και το σκυλί απογοητευμένο –μάλλον διαφωνεί μαζί μου-
έσκυψε κάτι να μυρίσει.
Σε λίγους μήνες, στα ίδια βήματα, γυμνά σώματα θα ανασαίνουν
λαχανιασμένα από τον ήλιο και το τρεχαλητό, το μπάνιο,
τα πνιχτά γέλια και τους ερωτικούς πόθους.
Κάνει κρύο μα είμαι ντυμένος καλά.

Κανονικά

Ησυχία,
περίπου στα πάντα – Ακούω
μισά ειπωμένα – Ησυχία
περίπου για πάντα - Βλέπω
ολοσχερώς καμένα – Αισθάνομαι
φωτιά - Μιλάω
στο πνεύμα - Αγγίζω
φωτιά - Φωλιάζω
στο σώμα - Όλα είναι κανονικά
Κανονικά.

Σάββατο, Ιουλίου 02, 2005

φωτογραφίες αμίλητες

Θέλω να κάνω τις φωτογραφίες
να μιλούν.
Θέλω να τινάξουν
τις χημικές επιστρώσεις από πάνω τους
Τις κοιτάζω και περιμένω
ν’ ακούσω.
Μάταια, φυσικά.
Δεν μιλούν.
Μόνο εγώ μιλάω γι' αυτές.

Παρασκευή, Ιουλίου 01, 2005

αγορίστικο κούρεμα

σήμερα είδα τη φίλη μου τη Ντίνα
κουρεμένη αγορίστικα,
τα έκοψε
επηρεασμένη
από τη μαλακισμένη τη φοβία
της απώλειας των μαλλιών
από την πρώτη χημειοθεραπεία της,
όμως της πάνε τα κοντά μαλλιά,.
διαπίστωσα δεκατόσα χρόνια μετά,
που τη ξέρω, με τα μπουκλωτά μακριά μαλλιά.
Ήθελα να αγγίξουμε τα συγγενή κουρέματά μας,
έτσι όπως οδηγούσα κι αυτή δίπλα μου.
Ήθελα να χαϊδέψω το μπλου τζιν της
και να φιληθούμε στο κόκκινο φανάρι
ως που να μας κορνάρουν
οι πίσω μας.
Το είδα, στα μαλλιά της,
θα κερδίσει.

Δευτέρα, Ιουνίου 27, 2005

Πρόκληση



Σκεφτόμουν αν οι άκρες μερικών χαρτονομισμάτων, όταν εξέχουν από μια μισάνοιχτη τσάντα, είναι προκλητικές ή αν τη πρόκληση τη δημιουργεί το μυαλό μου. Η κάτοχος της τσάντας δεν θα απουσίαζε και για πολλή ώρα ακόμα ενώ το ερώτημα που έθετα στον εαυτό μου απαιτούσε, αντίθετα, πολύ χρόνο να απαντηθεί, άλλωστε η σκέψη μου έτεινε να κατηγορήσει τα χαρτονομίσματα ή τη μισάνοιχτη τσάντα. Επιπλέον, ένα ακόμα στοιχείο που με εξιτάριζε ήταν το γεγονός ότι βρισκόμουν σαν πελάτης σε ένα μπαρ με πουτάνες, σε κάποια πάροδο της Βουκουρεστίου και η τσάντα ανήκε σε μια από τις κοπέλες που δούλευαν εκεί και που επρόκειτο να κοιμηθούμε μετά μαζί και εκείνη τη στιγμή είχε πεταχτεί ως το τηλέφωνο που την είχαν ζητήσει. Ούτε, έπειτα, στον δρόμο πια, μπορούσα να απαντήσω στα ερωτήματα, αν και εξακολουθούσα να σκέφτομαι που ακριβώς βρισκόταν η πρόκληση, καθώς κάποιος που τρέχει κυνηγημένος δεν έχει αυτή τη πολυτέλεια.